ακρογιάλι

[акрояли] ουσ. о. морской берег

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακρογιάλι" в других словарях:

  • ακρογιάλι — Ονομασία δύο οικισμών. 1. Παράλιος οικισμός (υψόμ. 15 μ., 189 κάτ.) στην πρώην επαρχία Καλαμών του νομού Μεσσηνίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ανατολικής Μάνης. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 280 μ., 52 κάτ.) στην πρώην επαρχία Γυθείου του… …   Dictionary of Greek

  • ακρογιάλι — το ιού, και ακρογιαλιά, η η ακροθαλασσιά, το περιγιάλι: Πολλά παιχνίδια γίνονται το καλοκαίρι στις ακρογιαλιές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Kostas Karyotakis — Kostas Karyotakis, Selbstporträt Kostas Karyotakis (griechisch Κώστας Καρυωτάκης, * 30. Oktober 1896 in Tripolis; † 21. Juli 1928 in Preveza) war ein griechischer …   Deutsch Wikipedia

  • ακρογιαλιά — η η άκρη τού γιαλού, παραλία, ακροθαλασσιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακρογιάλι. ΠΑΡ. ακρογιαλίτης] …   Dictionary of Greek

  • βουερός — ή, ό [βουή] 1. αυτός που παράγει βοή («το βουερό ακρογιάλι») 2. ο γεμάτος βοή («στου καφενείου του βουερού το μέσα μέρος») …   Dictionary of Greek

  • γελασηνός — ή, ό (Α γελασηνός, ή, όν) 1. ο γελαστός, ο εύθυμος 2. (για τόπους) ο χαριτωμένος («γελασηνό ακρογιάλι»). [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) γελασ , γελάω + ηνός] …   Dictionary of Greek

  • εμψυχώνω — και εμψυχώ ( όω) (AM ἐμψυχῶ, Μ και ἐμψυχώνω) 1. καθιστώ κάτι ή κάποιον ζωντανό, έμψυχο, ζωντανεύω, δίνω ζωή, επαναφέρω στη ζωή («ἐνεψύχωσε δ ὁ γλύπτας τὸν λίθον», Ανθ. Παλ.) 2. μτφ. ενθαρρύνω, εγκαρδιώνω, τονώνω, δίνω δύναμη, εμπνέω θάρρος («το… …   Dictionary of Greek

  • Στέρης, Γεράσιμος — Ζωγράφος, που αναφέρεται και με το επώνυμο Σταματελάτος (Κεφαλονιά 1895 Αμερική;). Σπούδασε ζωγραφική στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ταξίδεψε έπειτα στη Γερμανία, στην Ιταλία και σε άλλες χώρες, για να καταλήξει στις ΗΠΑ όπου χάνονται τα ίχνη του. Ο Σ.… …   Dictionary of Greek

  • ναυτόπουλο — το νεαρός ναύτης: Φτωχό ναυτόπουλο, πουγυρνά σε ποθητό ακρογιάλι (Δροσίνης) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • περιγιάλι — το παραλία, γιαλός, περιθαλάσσι, ακρογιάλι: Κάτω στο γιαλό, κάτω στο περιγιάλι (τραγούδι) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.